ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/12/17

Απολογισμός 2017

Ψήσιμο φοινικιών: επί το έργον. Δεύτερη δόση, ενόψει Πρωτοχρονιάς.

Από ορισμένες απόψεις, η χρονιά που πέρασε δεν ήταν «καλή». Μας πήρε τον ένα γονιό στην αρχή, μετά από λίγους μήνες και τον άλλο. Αν μου έλεγαν άλλοτε ότι θα είχα την ευκαιρία να κάνω δυο πολυήμερα ταξίδια στην Ικαρία, Μάρτιο και Νοέμβριο, θα πέταγα τη σκούφια μου. Όχι όμως απαραίτητα αυτά τα συγκεκριμένα ταξίδια, με προορισμό την εκκλησία της Παναγίας στην πατρογονική Ακαμάτρα και το νεκροταφείο της Υπαπαντής. Δεν ήταν οι μόνοι θάνατοι που πόνεσαν· στο κάτω κάτω οι γονείς μου έφυγαν μετά από γεμάτες ζωές, πλήρεις ημερών που λένε. Άλλοι έφυγαν άκαιρα, άξαφνα, χωρίς προειδοποίηση. Κι όχι μόνο οι άνθρωποι.

Ο χρόνος που πέρασε δεν χαρίστηκε ούτε στις προσδοκίες μας· ματαίωσε – οριστικά μάλλον – φιλοδοξίες κάμποσων χρόνων, διέψευσε ελπίδες και ενταφίασε σχέδια καταστρωμένα με πολύ κόπο, ακύρωσε πολυαναμενόμενες επιστροφές (η ιστορία τη δεύτερη φορά επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, όπως δεν είπε ακριβώς ο Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ, αλλά περίπου έχει καθιερωθεί να λέγεται). Ο χρόνος κύλησε με τη συνήθη απάθεια με την οποία διαστέλλεται το σύμπαν, με την αδιαφορία με την οποία περιστρέφονται οι πλανήτες αγνοώντας ολοσχερώς μάλλον τις υπάρξεις των όντων που κουβαλάνε.

Καθώς μπαίνουμε στην τελευταία μέρα του, αυτή την ώρα του απολογισμού, ξαναφέρνω στο μυαλό μου τις όχι ευκαταφρόνητες απώλειες (όχι μόνο των ανθρώπων, είπαμε) και τις ζυγίζω δίπλα στα λιγοστά αποκτήματα της χρονιάς: μια δυο καλούτσικες ιστορίες, μισογραμμένες και μισοπαρατημένες βέβαια όπως πάντα, η εμπειρία της διδασκαλίας στο αμφιθέατρο, η εφήμερη ικανοποίηση της αποδοχής (με minor revisions) που θέλουν οι επιστήμονες για τις δημοσιεύσεις τους και οι άνθρωποι για τα πεπραγμένα τους, κι ας μην το ονομάζουν πάντα έτσι. Κι ακόμα, στιγμές: όμορφες μουσικές αργά το βράδυ, ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα, ο ήλιος να πέφτει το απόγευμα στο Φλες, το παιδί των φίλων που έκλεισε τα δύο και σου κάνει «ματάκια» και σου χαμογελάει, η ερώτηση που βρήκε το στόχο, η σιωπή που απέφυγε να τα κάνει όλα θρύψαλα.

Και για κάποιο λόγο παράξενο, η ζυγαριά δεν γέρνει προς τη μεριά της απώλειας (της κάθε τύπου απώλειας). Η ζυγαριά ισορροπεί στο κέντρο, σαν το χαμόγελο ενός (ξένου) παιδιού να μπορεί με κάποιο τρόπο να αντισταθμίσει τους θανάτους· όχι τους φυσικούς θανάτους (που κάποτε, με κάποιο τρόπο θα συνέβαιναν, κι είναι καλύτερο μάλλον που συνέβησαν έτσι και όχι αλλιώς), αλλά τους άλλους θανάτους, των ονείρων και των ελπίδων και των επιστροφών και των φιλοδοξιών, κι όλων εκείνων των παράλογων και μάταιων πραγμάτων που από τη μια μας δεσμεύουν και κατευθύνουν τις επιλογές μας κι από την άλλη κάνουν τη ζωή μας ένα πράγμα λιγότερο άχαρο και αβίωτο, ώρες ώρες σχεδόν όμορφο και άξιο να βιωθεί μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Και για κάποιο λόγο παράξενο, έχω την αίσθηση ότι ακόμα και η απώλεια των γονιών δεν μας έχει αφήσει στ’ αλήθεια ορφανούς· ίσως γιατί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι κατέλιπαν ικανή περιουσία - και δε μιλάω βέβαια ούτε για τα λίγα τους χρήματα που εξαερώθηκαν στα νοσοκομεία και στις κυρίες που τους φρόντιζαν στο τέλος, ούτε για τα σπίτια τα παραδομένα στη φθορά και τις πεντέξι ελιές που φύτεψαν κάποτε και που κάπου στην άγνωστη μικρογεωγραφία της Ικαρίας θα βρίσκονται ίσως ακόμα. Μιλάω για τον πλούτο που αποθησαυρίσαμε ως δέκτες της αγάπης και της φροντίδας τους όλα αυτά τα χρόνια, για τις ιστορίες που ειπώθηκαν και ξαναειπώθηκαν γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι, για την ιεράρχηση του τι είναι σημαντικό και τι όχι, τι μένει στον αιώνα και τι εκπίπτει, τι είναι απαραίτητο και τι περιττό.

Ζυγίζω τις στιγμές της χρονιάς που πέρασε κι αναρωτιέμαι αν έγιναν όλα όπως έπρεπε κι αν κάτι άλλο μπορούσε να είχε γίνει (πολλά βέβαια, η αβελτηρία πάντα ήταν πιστή σύντροφος, αλλά και πάλι αυτά που έγιναν δεν ήταν και για πέταμα). Σκέφτομαι τη χρονιά που έρχεται, σε ό,τι με αφορά τη σημαδιακή χρονιά του μισού αιώνα. Σκέφτομαι πως εδώ και καιρό ξέρω πως είναι καλύτερα να ταξιδεύεις ελαφρύς· χωρίς το φόρτο των αδικαίωτων επιδιώξεων που γίνονται αργότερα ασήκωτα απωθημένα. Σκέφτομαι πως έλεγα πάντοτε πως στον άλλο μισό αιώνα θα μπορέσω κάπως να αράξω: θα κόψω συμβολικά τα παρωχημένα μαλλιά μου πριν γίνω εντελώς αστείος καραφλογιεγιές και θα περνάω ήσυχα τις μέρες μου κοντά στη θάλασσα παρατηρώντας τα παιδιά μου να μεγαλώνουν (πώς το έλεγε ο Αναγνωστάκης στο Υ.Γ.; «Το ιδανικό κάθε επανάστασης: το μέτριο, ήσυχο, ειρηνικό παρόν, το ανέφελο μέλλον.»).

Όμως φαίνεται πως δεν είναι η ώρα ακόμα· τώρα η ζυγαριά ισορροπεί στο κέντρο και το ταξίδι συνεχίζεται. Καθώς ετοιμάζομαι να ψήσω τα φοινίκια που επιτακτικά μου ζητάνε οι φίλοι μου (τη συνταγή για τα οποία η μάνα μου δεν κατέγραψε ποτέ και χρειάστηκε να την επανεφεύρω κάποια στιγμή όπως πολλά άλλα πράγματα), σκέφτομαι τις αποσκευές μου γι’ αυτό το ταξίδι. Σκέφτομαι ότι θα αφήσω πίσω όσα η χρονιά κατέστρεψε (Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει) και θα κρατήσω την αόρατη αλλά ανεκτίμητη κληρονομιά που μου έλαχε, καθώς και τα λίγα πράγματα αξίας που κατάφερα να μαζέψω αυτά τα πενήντα χρόνια.

Τη συνταγή για τα φοινίκια ας πούμε. Τις μισοτελειωμένες ιστορίες.

Και τους φίλους, κι αυτούς θα τους πάρω μαζί.

Ευτυχές και στο χέρι μας το νέο έτος, παιδιά.